Εσείς πόσο συναισθηματικά τρώτε;

Μήπως σας έχει πιάσει μια μανία να καταναλώνετε μεγάλες ποσότητες φαγητού από το απόγευμα και μετά ή μήπως τρώτε ανθυγιεινά εδέσματα κάθε βράδυ; Μήπως τσιμπουράτε ακατάπαυστα όλη μέρα;


Καθίσαμε στο σπίτι και το μόνο που σκεφτόμαστε είναι τι θα φάμε... και είναι φυσικό αφού έχουμε χρόνο άλλα και διαθέσιμα εδέσματα ότι ώρα αποφασίσουμε. Πόσο μπορεί να μας επηρεάσει η συναισθηματική διατροφή αυτή την περίοδο και τι μπορούμε να κάνουμε είναι τα θέματα που θα μας απασχολήσουν σε αυτό το άρθρο.

Είναι γεγονός πως η παχυσαρκία είναι σε μεγάλο βαθμό γονιδιακό πρόβλημα, αφού είναι γνωστό πλέον πως υπάρχουν γονίδια που σχετίζονται με την εμφάνιση της, ενώ συχνά σχετίζεται και με ορμονικές διαταραχές. Οι περιπτώσεις όμως όπου η παχυσαρκία συνδέεται αποκλειστικά με κάποιον από αυτούς τους δύο παράγοντες είναι στατιστικά πολύ περιορισμένες.

Αντίθετα, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων παράγοντες όπως διατροφή, άσκηση, τρόπος ζωής, ψυχολογία φαίνεται να αποτελούν το βασικό αίτιο για την εμφάνιση της παχυσαρκίας σε μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων.

Το «συναισθηματικό φαγητό» είναι σύμφωνα με πολλές μελέτες, αλλά και σύμφωνα με την καθημερινή παρατήρηση στη διαιτολογική πράξη, ίσως η πιο συνήθης αιτία, τόσο για την εκδήλωση υπερφαγίας και την εμφάνιση παχυσαρκίας, όσο και για την αποτυχημένη αντιμετώπιση του προβλήματος. Όταν αναφερόμαστε σε συναισθηματική λήψη φαγητού, εννοούμε τη λήψη φαγητού που γίνεται όλες τις ώρες της ημέρας, και κυρίως από το μεσημεριανό γεύμα και μετά, με αποκορύφωμα τις βραδινές ώρες. Το φαγητό αυτό δε σχετίζεται, αλλά ούτε και καλύπτει τη βιολογική ανάγκη του οργανισμού για λήψη τροφής και την κάλυψη της βιολογικής πείνας. Είναι η έντονη μανία που μας «πιάνει» και μας κάνει να αναζητούμε κάποιο φαγητό όπως π.χ. ένα γλυκό ή κάτι πολύ αλμυρό, ενώ δεν πεινάμε.

Έτσι, ενώ για πολλά χρόνια η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας γίνονταν κυρίως μέσω του υπολογισμού και του περιορισμού των θερμίδων ή μέσω της διαμόρφωσης μιας καλύτερης αναλογίας ανάμεσα στο λίπος, τις πρωτεΐνες και τους υδατάνθρακες της συνολικής, ημερήσιας διατροφής, τα τελευταία χρόνια έχει φανεί πως η συμπεριφοριστική προσέγγιση αποτελεί, για τις περισσότερες περιπτώσεις τον πιο ενδεδειγμένο και αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης του μεγάλου και σοβαρού προβλήματος της παχυσαρκίας.

Έχει φανεί λοιπόν, πως η αντιμετώπιση της υπερφαγίας και της αύξησης του σωματικού βάρους μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική, όταν παράλληλα με την αμιγώς διαιτολογική παρακολούθηση, υπάρχει και μια πιο ψυχολογική προσέγγιση, τόσο από το διαιτολόγο ή ακόμα και από εξειδικευμένο ψυχοθεραπευτή. Η προσέγγιση αυτή απαιτεί τη χρήση ειδικών τεχνικών όπως: η καταγραφή, σε ημερήσια βάση, τόσο της διατροφής, όσο και της άσκησης-δραστηριότητας, η καταγραφή ακραίων συναισθημάτων όπως θυμός, απογοήτευση, στεναχώρια σε συνδυασμό με τις όποιες διαιτητικές επιλογές, η καταγραφή των ωρών ύπνου, η χρήση χαλαρωτικών τεχνικών ώστε να αποφορτίζουν το σώμα μας από την όποια συναισθηματική φόρτιση και άλλες.

Ο εγκέφαλος μας και ολόκληρο το σώμα μας έχει στην πλειοψηφία των ανθρώπων όλους εκείνους τους ρυθμιστικούς μηχανισμούς που μας βοηθούν να πεινάμε, όταν χρειαζόμαστε ενέργεια μέσα από την τροφή και να χορταίνουμε όταν πάρουμε την απαιτούμενη ενέργεια, σε συνδυασμό με όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά. Έτσι, στη βρεφική ηλικία, τρώμε μόνο όταν πεινάμε, ενώ σταματούμε όταν η πρόσληψη της όποιας τροφής οδηγήσει σε ικανοποίηση και κορεσμό. Κανονικά λοιπόν, η κατανάλωση και η ανάγκη για λήψη τροφής είναι ρυθμιζόμενη ενδογενώς.

Δυστυχώς όμως, από ένα χρονικό σημείο και μετά, σταματούμε να λειτουργούμε έτσι και η κατανάλωση φαγητού αρχίζει να συσχετίζεται ή ακόμα και να καθορίζεται από τα συναισθήματα του ανθρώπου. Αρχίζουμε δηλαδή να «χρησιμοποιούμε» το φαγητό ως διέξοδο, λύση, αποφόρτιση ή και «σύντροφο» στις δύσκολες στιγμές μας. Αρνητικά συναισθήματα όπως το άγχος, η νευρικότητα, η απογοήτευση, η απόρριψη, η αποτυχία, η στεναχώρια, η ανία ή ο θυμός και η οργή και σπανιότερα η χαρά (ή άλλα θετικά συ